Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Μιλώντας για τον θάνατο

                   

                 
Στην Μ. Βρετανία άλλη μία εκπαιδευτική καινοτομία έρχεται να φέρει στην επιφάνεια ένα ζήτημα ταμπού για εκατομμύρια ανθρώπων και ιδιαιτέρως γονιών στον κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, ένα πιλοτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα άρχισε να εφαρμόζεται στην ευρύτερη περιοχή της Μ. Βρετανίας όπου παιδιά δημοτικού και γυμνασίου θα έχουν την δυνατότητα να μιλήσουν στα πλαίσια συγκεκριμένου μαθήματος για θέματα και απορίες που έχουν σχετικά με τον θάνατο και το πένθος.
                  Αρκετοί γονείς αναρωτιούνται όταν έρθει μία τέτοια άβολη ώρα για το αν θα πρέπει να μιλήσουν στο παιδί τους για το θάνατο, για το αν πρέπει το παιδί να παραστεί σε κηδεία, για το πώς αναμένεται να θρηνήσει το παιδί και αν τραυματίζεται μέσα από τέτοιες συζητήσεις και διαδικασίες. Δυστυχώς η συνήθης πρακτική των περισσοτέρων γονιών είναι αυτή που δεν συνίσταται από την πλειοψηφία των ψυχολόγων οι οποίοι είναι πολύ ξεκάθαροι για το πώς χειριζόμαστε αποτελεσματικά τέτοια ζητήματα με το παιδί μας.
                  Γενικά, είναι καλό να έχουμε στο μυαλό μας πως τα παιδιά μπορεί να έχουν έναν δικό τους τρόπο σκέψης αλλά καταλαβαίνουν και ψυχανεμίζονται όταν συμβαίνει κάτι στην οικογένεια, εάν αυτό είναι καλό ή κακό και πώς επηρεάζονται από αυτό οι γονείς. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, το να αποκρύπτουμε σοβαρά γεγονότα από το παιδί δεν είναι προστατευτικό, αντίθετα είναι ιδιαίτερα στρεσογόνο για το παιδί, το οποίο μέσα από τις δικές του σκέψεις και αναπαραστάσεις προσπαθεί να εξηγήσει το τι άλλαξε στην οικογένειά του.
                Όταν λοιπόν πεθάνει ένα πρόσωπο της οικογένειας ή του στενού περιβάλλοντος αυτής, το κοινοποιούμε στο παιδί, αναφέροντας τις λέξεις που και εμείς χρησιμοποιούμε, ''πέθανε'', ''σκοτώθηκε'', ''έχασε τη ζωή του'' αντί του ''έφυγε'', ''πήγε ένα μακρύ ταξίδι'' κλπ. Βοηθάμε το παιδί μέσα από τέτοιες λέξεις να αναρωτηθεί για τη λειτουργία και την φύση του θανάτου την οποία πρέπει να του εξηγήσουμε στα πλαίσια του κύκλου της ζωής, χρησιμοποιώντας και παραδείγματα από την φύση και τον κόσμο των ζώων. Εάν αναφέρουμε ότι απλά ο παππούς έφυγε καλλιεργούμε στο παιδί ανασφάλεια για το άγχος της εγκατάλειψης από τους οικείους του ενώ αντίστοιχα εάν απαντήσουμε απλά ότι η γιαγιά πέθανε γιατί ήταν άρρωστη αμέσως το παιδί ταυτίζει την αρρώστια με τον θάνατο και κάθε φορά που κάποιος είναι άρρωστος θα νομίζει ότι θα πεθάνει.
               Όσον αφορά την κηδεία του αγαπημένου προσώπου, καλό είναι τα παιδιά να παρίστανται σε αυτή μετά τα 6 χρόνια και αφού τα ίδια εκφράσουν την επιθυμία να βρίσκονται σε αυτήν (όπερ σημαίνει ότι πρέπει να τα ρωτήσουμε για το τι θέλουν) αφού τους εξηγήσουμε το τι ακριβώς γίνεται σε μία κηδεία (εδώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το παράδειγμα των ελεφάντων, οι οποίοι σε κύκλο αποχαιρετούν το μέλος της αγέλης που πέθανε).
              Τέλος, στο θέμα του πένθους, σε καμία περίπτωση ακόμη και αν πρόκειται για παιδιά στην εφηβεία δεν καταπιέζουμε το παιδί ως προς τον τρόπο που θα πενθήσει τον αποθανόντα, με το φόβο του σχολιασμού από τους συγγενείς. Για κάποια παιδιά ή και εφήβους ακόμη και η ιδέα του συνεχούς ντυσίματος στα μαύρα μπορεί να προκαλεί άγχος και μελαγχολία (οπότε και εσείς ως γονείς δείτε το σχετικό θέμα με τα ρούχα) οπότε δεν πιέζουμε για κανένα λόγο το παιδί μας προς αυτή την κατεύθυνση. Επίσης, ένα παιδί μπορεί να κλάψει και να στεναχωριέται αλλά το επόμενο μισάωρο να θέλει να παίξει με τους φίλους του, μην το κατακρίνετε, μην το καταπιέζετε, σκεφτείτε ότι γενικότερα ο κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του τρόπο, ρυθμό και έκφραση του θρήνου και του πένθους. Μην ξεχνάτε ότι ο θάνατος είναι στη ζωή μας και για να μπορέσουμε να συμφιλιωθούμε μαζί του (όσο αυτό είναι δυνατό) δεν πρέπει να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Τι άραγε μπορούμε να δούμε σε αυτό το βίντεο;





Τι άραγε μπορούμε να δούμε σε αυτό το βίντεο;

Σάλος έχει προκληθεί τις τελευταίες μέρες από την κυκλοφορία του περιβόητου βίντεο της εν ψυχρώ δολοφονίας των δύο μελών της Χρυσής Αυγής. Δικός μου σκοπός δεν είναι ούτε να τοποθετηθώ πολιτικά επί του ζητήματος ούτε και να σχολιάσω την κυκλοφορία του βίντεο στα ΜΜΕ ή τυχόν σκοπιμότητες που αυτή εξυπηρετεί. Ωστόσο, η εξειδίκευσή μου στο συγκεκριμένο πεδίο έστω και μέσα από την ευρεία κυκλοφορία ενός τέτοιου υλικού με έβαλε στην διαδικασία να αναλύσω κάποια από τα βασικά σημεία του εγκλήματος ακόμη και αν αυτό δεν γίνεται σε αυτό το κράτος από κάποιον επίσημο φορέα ή κάτω από συγκεκριμένα πρωτόκολλα που ακολουθούν τα εξελιγμένα κράτη, αλλά στα πάνελ της τηλεόρασης.
Αρχικά, πρέπει να τονίσουμε ότι τα ποσοστά δολοφονιών ως συγκεκριμένη μορφή εγκλήματος είναι από τα πιο χαμηλά τόσο στη χώρα μας όσο και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Ο ενδεδειγμένος τρόπος προσέγγισης μίας δολοφονίας προτάσσει αρχικά να προσεγγιστεί ο χώρος και η ανάλυση οποιουδήποτε υλικού χωρίς προδιαγεγραμμένες αντιλήψεις και καταγεγραμμένα κίνητρα τα οποία, ακόμη και αν υπάρχουν κάποιες προφανείς προτάσεις, πρέπει να θεωρούνται άγνωστα μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα.
 Η σχετική βιβλιογραφία καταδεικνύει ότι συνήθως οι θύτες ενός τέτοιου εγκλήματος είναι κατά πλειοψηφία νέοι άνδρες ενώ γενικά υπάρχουν τρεις τύποι δολοφόνων. Υπάρχουν λοιπόν οι κατά συνθήκη δολοφόνοι (situational murderers), τα άτομα που δολοφονούν ως αντίδραση σε ένα είδος ακραίου συναισθήματος (emotionally reactive homocides) και οι μηδενιστές δολοφόνοι (nihilistic homocides). Οι πρώτες δύο κατηγορίες θεωρώ ότι είναι εύκολα κατανοήσιμες αλλά η τρίτη είναι η πιο σπάνια αλλά και κοντινή στο συγκεκριμένο περιστατικό κατηγορία.
Οι μηδενιστές δολοφόνοι είναι άτομα τα οποία παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα ψυχοπάθειας και σαδιστικών συμπεριφορών. Η ψυχοπάθεια αντανακλάται κυρίως στην παντελή έλλειψη συναισθημάτων που όλοι οι άνθρωποι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό κατέχουν όπως η συμπόνοια, ο πόνος και η λύπη, στην εκμετάλλευση (με πολλούς τρόπους) των άλλων προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος που οι ίδιοι έχουν θέσει αλλά και μία αίσθηση μεγαλείου, θεωρώντας πως όλοι οι υπόλοιποι είναι σημαντικά υποδεέστεροι σε σύγκριση με τους ίδιους.
Ακόμη, ο τρόπος εκτέλεσης της δολοφονίας, η επιλογή του όπλου, των θυμάτων, του χρόνου δράσης, του τόπου δράσης και της απόστασης από το θύμα είναι μεταβλητές που δίνουν περισσότερα στοιχεία για το προφίλ του δράστη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το όπλο που επιλέχθηκε δείχνει την αποφασιστικότητα του δράστη για να υπάρξουν νεκροί, όπως άλλωστε φαίνεται και από την επιλογή των σημείων βολής που συνδέονται με ακαριαίο θάνατο (κεφάλι και στήθος). Άλλωστε η επιθυμία να υπάρξουν νεκροί φαίνεται και από τις ‘‘χαριστικές  βολές’’ που ο δολοφόνος φαίνεται να δίνει στα θύματα.
Επίσης, η απόσταση από τα θύματα είναι μία πολύ σημαντική μεταβλητή. Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση από το θύμα τόσο μεγαλύτερη είναι και συναισθηματική απόσταση από αυτόν/αυτήν, δεν υπάρχει βλεμματική/προσωπική επαφή αλλά ούτε και επίδραση από τις αντιδράσεις του θύματος που μπροστά στο φόβο του θανάτου μπορούν να εξάρουν και το συναίσθημα του θύτη ή να βλάψουν την αποφασιστικότητά  του. Άρα, είτε υπάρχει εντελώς επίπεδο συναίσθημα (δείγμα ψυχοπάθειας) ή φαίνεται πως η συγκεκριμένη διαδικασία είναι κάτι το οποίο προφανώς το άτομο έχει ξανακάνει στο παρελθόν οπότε και είναι σίγουρος ότι δεν θα επηρεαστεί από άλλους παράγοντες. Φυσικά, η κοντινή απόσταση είναι και μία δικλείδα ασφαλείας της ‘‘επιτυχίας’’ του χτυπήματος.
Επιπρόσθετα, ο χρόνος δράσης αλλά και ο τόπος δράσης καταδεικνύουν επιθυμία πλήρους απαξίωσης και ταπείνωσης του συστήματος αλλά και πρόκλησης εντυπωσιασμού καθώς πρόκειται για ώρα αιχμής, σε μία ημέρα που αποτελεί για πολλούς το τέλος της εργάσιμης εβδομάδας (αυξημένη κίνηση), σε ένα κεντρικό σημείο της πρωτεύουσας.
Αναφορικά με  την επιλογή των θυμάτων η οποία θεωρείται τυχαία (με κριτήριο αποκλειστικά την προσωπική τους ταυτότητα-πέρα από την εμπλοκή σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο) φαίνεται πως αποτελεί την έναρξη μίας νέας εποχής για την τρομοκρατία στην Ελλάδα- εάν τελικά υπάρχει σύνδεση με αυτήν-. Αυτό προκύπτει από την εξέταση προηγούμενων σχετικών χτυπημάτων, όπου όταν οι στόχοι ήταν συγκεκριμένοι αφορούσαν πρόσωπα-ορόσημα του συστήματος ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις μιλάμε για εξ’ αποστάσεως χτυπήματα που στην πλειοψηφία τους συνέβαιναν σε σημεία τόπου και χρόνου όπου υπήρχαν σημαντικά χαμηλές πιθανότητες για  ανθρώπινες απώλειες.
Τέλος, τα άτομα τα οποία ανήκουν στη συγκεκριμένη κατηγορία δολοφόνων έχουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία επιδείξει αντικοινωνική συμπεριφορά από πολύ μικρή ηλικία επομένως είναι πολύ πιθανόν να έχουν σχετικές ή άλλες καταδίκες στο παρελθόν. Ακόμη είναι σημαντικό να τονισθεί πως η εξέταση μαρτύρων σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική καθώς η μνήμη ανάκλησης συγκεκριμένων γεγονότων φθίνει με την πάροδο του χρόνου, επηρεάζεται σημαντικά από άλλα ερεθίσματα (θεωρίες και απόψεις, ρεπορτάζ των ΜΜΕ) και είναι λιγότερο αληθής όταν υπάρχει όπλο καθώς ο άνθρωπος σε τέτοια εγκλήματα τείνει να εστιάζει στο όπλο του εγκλήματος και όχι στα χαρακτηριστικά του δράστη.
Μία τέτοια επιφανειακή όπως θεωρώ αλλά πιο ουσιαστική από τις τηλεοπτικές ανάλυση πρέπει να πραγματοποιείται σε κατάλληλους χώρους, με συγκεκριμένες μεθόδους και από εξειδικευμένους ανθρώπους που θα έχουν κάτι ουσιαστικό να προσδώσουν, εκτός από το σοκ που νιώθει ο μέσος άνθρωπος μπροστά στη θέα μίας εκτέλεσης ή την ενεργοποίηση της φαντασίας και της δράσης άλλων διεστραμμένων ατόμων.